χαλκογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαλκογραφία οι χαλκογραφίες
      γενική της χαλκογραφίας των χαλκογραφιών
    αιτιατική τη χαλκογραφία τις χαλκογραφίες
     κλητική χαλκογραφία χαλκογραφίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική calcografia < αρχαία ελληνική χαλκός + γράφω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκογραφία θηλυκό

  1. μέθοδος με την οποία χαράσσεται μια αναπαράσταση ή ζωγραφιά σε λεπτή λεία πλάκα χαλκού, και στη συνέχεια εκτυπώνονται ή αναπαράγονται εικόνες
  2. η εικόνα ή ζωγραφιά που δημιουργήθηκε με την παραπάνω μέθοδο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]