χαλκοπράσινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική χαλκοπράσινος χαλκοπράσινη χαλκοπράσινο
γενική χαλκοπράσινου χαλκοπράσινης χαλκοπράσινου
αιτιατική χαλκοπράσινο χαλκοπράσινη χαλκοπράσινο
κλητική χαλκοπράσινε χαλκοπράσινη χαλκοπράσινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαλκοπράσινοι χαλκοπράσινες χαλκοπράσινα
γενική χαλκοπράσινων χαλκοπράσινων χαλκοπράσινων
αιτιατική χαλκοπράσινους χαλκοπράσινες χαλκοπράσινα
κλητική χαλκοπράσινοι χαλκοπράσινες χαλκοπράσινα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοπράσινος < χαλκός και πράσινο

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλκοπράσινος

  1. που έχει χρώμα σε απόχρωση το πράσινου, προσομοιάζουσα στου χαλκού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]