χαλκοπόδαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαλκοπόδαρος χαλκοπόδαρη χαλκοπόδαρο
γενική χαλκοπόδαρου χαλκοπόδαρης χαλκοπόδαρου
αιτιατική χαλκοπόδαρο χαλκοπόδαρη χαλκοπόδαρο
κλητική χαλκοπόδαρε χαλκοπόδαρη χαλκοπόδαρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαλκοπόδαροι χαλκοπόδαρες χαλκοπόδαρα
γενική χαλκοπόδαρων χαλκοπόδαρων χαλκοπόδαρων
αιτιατική χαλκοπόδαρους χαλκοπόδαρες χαλκοπόδαρα
κλητική χαλκοπόδαροι χαλκοπόδαρες χαλκοπόδαρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοπόδαρος < σχηματίστηκε (κατ' αναλογία προς το ξυλοπόδαρος, βρομοπόδαρος, κατσικοπόδαρος) για να αποδόσει την αρχαία ελληνική χαλκόπους

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλκοπόδαρος

  1. με πόδια σαν από χαλκό, ανθεκτικά, γερά, για μακρινά ταξίδια, για καταδίωξη
    οι χαλκοπόδαρες ερινύες
  2. με άκρα που έχουν πέταλο από μέταλλο (για ζώα)
  3. με βάση από χαλκό
    χαλκοπόδαρος τρίποδας


Μεταφράσεις[επεξεργασία]