Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλκοτυπία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαλκοτυπία οι χαλκοτυπίες
      γενική της χαλκοτυπίας των χαλκοτυπιών
    αιτιατική τη χαλκοτυπία τις χαλκοτυπίες
     κλητική χαλκοτυπία χαλκοτυπίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Χαλκοτυπία από τους Lebigre Duquesne Freres (1859)
Πλάκα χαλκοτυπίας

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλκοτυπία < χαλκό(ς) + -τυπία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαλκοτυπία θηλυκό

  1. η χαλκογραφία
  2. η χαλκουργία

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]