χαλκοφάλαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοφάλαρος < χαλκός + φάλαρον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαλκοφάλαρος, ος, ον

  • (για σπίτια) διακοσμημένος με αντικείμενα από χαλκό
Λάμαχος τίς ἀμφὶ χαλκοφάλαρα δώματα κτυπεῖ; (Αριστοφάνης)