χαλκοχάρμης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοχάρμης < χαλκός + χάρμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκοχάρμης-ου αρσενικό

τὸν χαλκοχάρμαν ἐς πόλεμον ἆγε (Πίνδαρος)
ἔχοντι τὰν χαλκοχάρμαι ξένοι Τρῶες... (Πίνδαρος)