χαλκοχυτική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαλκοχυτική οι χαλκοχυτικές
      γενική της χαλκοχυτικής των χαλκοχυτικών
    αιτιατική τη χαλκοχυτική τις χαλκοχυτικές
     κλητική χαλκοχυτική χαλκοχυτικές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκοχυτική < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκοχυτική θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]