χαλκοῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

χαλκοῦς < χάλκεος

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλκοῦς, -ῆ, -οῦν

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χαλκοῦς χαλκώ χαλκοῖ
Γενική χαλκοῦ χαλκοῖν χαλκῶν
Δοτική χαλκ χαλκοῖν χαλκοῖς
Αιτιατική χαλκοῦν χαλκώ χαλκοῦς
Κλητική χαλκοῦ χαλκώ χαλκοῖ
χαλκοῦς: ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου χαλκούς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαλκοῦς αρσενικό

  • (νόμισμα) χάλκινα νόμισμα της Αθήνας που ισοδυναμούσε με το 1/8 του οβολού

Πηγές[επεξεργασία]