χαλκόπεδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκόπεδος < χαλκός + πέδον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαλκόπεδος αρσενικό ή θηλυκό

  • με δάπεδο από χαλκό (ο οίκος του Δία)
χαλκόπεδον ἕδραν θεῶν (Πίνδαρος)