χαλκόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλκόω < χαλκός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαλκόω-χαλκῶ (μέλλ. χαλκώσω)

  1. κατσκευάζω από χαλκό, ντύνω με χαλκό
  2. μετατρέπω κάτι σε χάλκινο
  3. παθητικό ντύνομαι με χαλκό