χαλύβδινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλύβδινος < χάλυβ-ας + δ + -ινος (κατά το μολύβδινος)

Επίθετο[επεξεργασία]

χαλύβδινος

  1. φτιαγμένος από χάλυβα
    χαλύβδινος λέβητας
  2. (μεταφορικά) ανθεκτικός, σκληρός
    το ηθικό τους ήταν χαλύβδινο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]