χαλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλώ < μεσαιωνική ελληνική χαλῶ (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική χαλάω / χαλῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

χαλώ

  1. (μεταβατικό) καταστρέφω, προκαλώ βλάβη μία συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμό ώστε να μη λειτουργεί πια
  2. (μεταβατικό) (παρωχημένο) σκοτώνω
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) καταστρέφω, προκαλώ ζημιά σε κάτι (σχέση, διάθεση κλπ)
    αυτό το περιστατικό μου χάλασε τη διάθεση
  4. (μεταβατικό) κακομαθαίνω κάποιον
    μη του κάνεις όλες τις χάρες, θα μου το χαλάσεις
  5. (μεταβατικό) δημιουργώ σε κάποιον άσχημη διάθεση
    αυτό το περιστατικό με χάλασε
  6. (μεταβατικό) προκαλώ σε κάποιον αδιαθεσία
    αυτό το γλυκό με χάλασε
  7. (μεταβατικό) αλλάζω νόμισμα με μικρότερης αξίας νομίσματα
    έχετε να μου χαλάσετε ένα εικοσάρικο σε μονόευρα;
  8. (αμετάβατο) δεν λειτουργώ κανονικά, παθαίνω βλάβη
    χάλασε το αυτοκίνητο
  9. (αμετάβατο) (μεταφορικά) καταστρέφομαι
    μ' αυτό το περιστατικό μου χάλασε η διάθεση
  10. (αμετάβατο) (για φαγητό) αλλοιώνομαι
    αφήσαμε το γάλα εκτός ψυγείου και χάλασε

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]