Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλώ τον κόσμο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλώ τον κόσμο <  δείτε τη λέξη χαλώ + αιτιατική τον, κόσμος

Έκφραση

[επεξεργασία]

χαλώ τον κόσμο