χαμεύνη
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | χαμεύνη | αἱ | χαμεῦναι |
| γενική | τῆς | χαμεύνης | τῶν | χαμευνῶν |
| δοτική | τῇ | χαμεύνῃ | ταῖς | χαμεύναις |
| αιτιατική | τὴν | χαμεύνην | τὰς | χαμεύνᾱς |
| κλητική ὦ! | χαμεύνη | χαμεῦναι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χαμεύνᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χαμεύναιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαμεύνη, -ης θηλυκό
- το αχυρόστρωμα στο πάτωμα, το "κρεβάτι" καταγής
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ῥῆσος, στίχ. 9 (7-10)
- Ὄρθου κεφαλὴν πῆχυν ἐρείσας, | λῦσον βλεφάρων γοργωπὸν ἕδραν, | λεῖπε χαμεύνας φυλλοστρώτους, | Ἕκτορ· καιρὸς γὰρ ἀκοῦσαι.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ῥῆσος, στίχ. 9 (7-10)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χαμεύνη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χαμεύνη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)