χαμηλοβλεπούσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαμηλοβλεπούσα χαμηλοβλεπούσες
γενική χαμηλοβλεπούσας
αιτιατική χαμηλοβλεπούσα χαμηλοβλεπούσες
κλητική χαμηλοβλεπούσα χαμηλοβλεπούσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμηλοβλεπούσα < χαμηλο- + βλέπουσα, προφορική μετοχή του βλέπω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.mi.lɔ.vlɛ.ˈpu.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμηλοβλεπούσα θηλυκό

  • για γυναίκα που χαμηλώνει το βλέμμα υποκριτικά, κοιτά χαμηλά, παριστάνει την ταπεινή και σεμνή -συνήθως χωρίς να είναι τίποτα από τα δύο κατά βάθος (για άντρες αντίστοιχο είναι το χαμηλοθώρης και το "σιγανό ποταμάκι")

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]