χαμηλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαμηλός χαμηλή χαμηλό
γενική χαμηλού χαμηλής χαμηλού
αιτιατική χαμηλό χαμηλή χαμηλό
κλητική χαμηλέ χαμηλή χαμηλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαμηλοί χαμηλές χαμηλά
γενική χαμηλών χαμηλών χαμηλών
αιτιατική χαμηλούς χαμηλές χαμηλά
κλητική χαμηλοί χαμηλές χαμηλά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμηλός < αρχαία ελληνική χθαμαλός και χαμηλός < χαμαί

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.mi.ˈlɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

χαμηλός

  1. (για αντικείμενα) που έχει μικρό ύψος
    ένα χαμηλό σπιτάκι, ένας χαμηλός λόφος
  2. (μεταφορικά) μικρός ως προς την ένταση ή την σημασία
    έχεις πολύ χαμηλούς στόχους
    είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων, μιλάει πάντα με χαμηλή φωνή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμηλός < χαμαί (+θ για το χθαμαλός)

Επίθετο[επεξεργασία]

χαμηλός, ή, όν

εἰσιν ὑψηλαὶ ἢ ταπειναὶ καὶ ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν ἢ χαμηλαί...τοῦ δαπέδου ἔχουσι (Ξενοφ.)

Συνώνυμα[επεξεργασία]