χαμηλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαμηλός χαμηλή χαμηλό
γενική χαμηλού χαμηλής χαμηλού
αιτιατική χαμηλό χαμηλή χαμηλό
κλητική χαμηλέ χαμηλή χαμηλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαμηλοί χαμηλές χαμηλά
γενική χαμηλών χαμηλών χαμηλών
αιτιατική χαμηλούς χαμηλές χαμηλά
κλητική χαμηλοί χαμηλές χαμηλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμηλός < αρχαία ελληνική χθαμαλός και χαμηλός < χαμαί

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.mi.ˈlɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαμηλός

  1. (για αντικείμενα) που έχει μικρό ύψος
    ένα χαμηλό σπιτάκι, ένας χαμηλός λόφος
  2. (μεταφορικά) μικρός ως προς την ένταση ή την σημασία
    έχεις πολύ χαμηλούς στόχους
    είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων, μιλάει πάντα με χαμηλή φωνή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμηλός < χαμαί (+θ για το χθαμαλός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαμηλός, ή, όν ( & χθαμαλός )

  • με τη νεοελληνική έννοια. χαμηλός στο ύψος, κοντά στη γη, αλλά και (μεταφορικά) κατώτερος
εἰσιν ὑψηλαὶ ἢ ταπειναὶ καὶ ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν ἢ χαμηλαί...τοῦ δαπέδου ἔχουσι (Ξενοφ.)


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: [[χθαμαλός}}