χαμηλώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαμηλώνω < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]χαμηλώνω
- κατεβάζω ελαφρά, ελαττώνω, το επίπεδο από κάτι
χαμήλωσε λίγο τη φωνή, το παιδί κοιμάται δίπλα!- ※ Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη χαμηλός