χαμολόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμολόι < χάμω και λέγω (συλλέγω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμολόι ουδέτερο και χαμολόγι

  1. το δεύτερο σύναγμα ελιών
  2. το μάζεμα των ελιών που έπεσαν πρώιμα στη γη, είτε από τον άνεμο είτε από ασθένεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]