χαμομηλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαμομηλιά οι χαμομηλιές
      γενική της χαμομηλιάς των χαμομηλιών
    αιτιατική τη χαμομηλιά τις χαμομηλιές
     κλητική χαμομηλιά χαμομηλιές
Παράρτημα
Ανθισμένη χαμομηλιά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμομηλιά < χαμομήλι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμομηλιά θηλυκό

  1. το φυτό από το οποίο λαμβάνεται το χαμομήλι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]