χαμούλης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαμούλης οι χαμούληδες
      γενική του χαμούλη των χαμούληδων
    αιτιατική τον χαμούλη τους χαμούληδες
     κλητική χαμούλη χαμούληδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμούλης< (υποκοριστικό) του ουσ. χαμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμούλης αρσενικό

  1. ο μικρός χαμός.
    χθες στη λαϊκή αγορά έγινε ένας χαμούλης.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]