χαμπάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαμπάρι χαμπάρια
γενική χαμπαριού χαμπαριών
αιτιατική χαμπάρι χαμπάρια
κλητική χαμπάρι χαμπάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμπάρι < τουρκική haber < οθωμανικά τουρκικά خبر < αραβική خبر (xábar: γνωρίζω καλά, γνώση, είδηση) < ρίζα خ ب ر (ḵ-b-r)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμπάρι ουδέτερο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δεν παίρνω χαμπάρι
  1. δεν αντιλαμβάνομαι ένα περιστατικό
  2. δεν καταλαβαίνω αυτά που μου λένε
  3. αρνούμαι να ακολουθήσω τις οδηγίες που μου δίνουν
  • τι χαμπάρια; : τι νέα;
  • δεν πήρα χαμπάρι! :δεν κατάλαβα!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]