Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαμσίν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαμσίν < (άμεσο δάνειο) αραβική خمسين (khamsin, πενήντα), o άνεμος των πενήντα ημερών [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xamˈsin/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαμσίν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαμσίν ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]