Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαμόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Κομμένη φέτα χαμόν

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαμόν < (άμεσο δάνειο) ισπανική jamón

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαμόν άκλιτο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • χαμόν - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)