χαμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαμός χαμοί
γενική χαμού χαμών
αιτιατική χαμό χαμούς
κλητική χαμέ χαμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμός αρσενικό

  1. χάσιμο, απώλεια
  2. (ειδικότερα) ο θάνατος
    ο πρόσφατος χαμός του γιου τους προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση
  3. (οικείο) φασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα
    στο σπίτι του επικρατούσε πάντα ένας χαμός
    πήγα τους βαθμούς στο σπίτι και έγινε χαμός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • γίνεται χαμόςβλέπε έκφραση: χαλάει ο κόσμος
  • ο χαμός (με έμφαση στο άρθρο): το σώσε, το έλα να δεις

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]