χανουμάκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χανουμάκι | τα | χανουμάκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | χανουμάκι | τα | χανουμάκια |
| κλητική | χανουμάκι | χανουμάκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xa.nuˈma.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χα‐νου‐μά‐κι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χανουμάκι ουδέτερο
- νεαρή Tουρκάλα
- (αθλητισμός, αργκό) οπαδός της ΑΕΚ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χανουμάκι
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)