Μετάβαση στο περιεχόμενο

χανουμάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χανουμάκι τα χανουμάκια
      γενική
    αιτιατική το χανουμάκι τα χανουμάκια
     κλητική χανουμάκι χανουμάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χανουμάκι < τουρκική hanım + -άκι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.nuˈma.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χανουμάκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χανουμάκι ουδέτερο

  1. νεαρή Tουρκάλα
  2. (αθλητισμός, αργκό) οπαδός της ΑΕΚ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]