χαντάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαντάκι τα χαντάκια
      γενική του χαντακιού των χαντακιών
    αιτιατική το χαντάκι τα χαντάκια
     κλητική χαντάκι χαντάκια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαντάκι < μεσαιωνική ελληνική χαντάκιον < αραβική خندق (khandaq, τάφρος) < αρχαία περσική kandak

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαντάκι ουδέτερο

  1. μακρόστενο σκαφτό ρηχό βαθούλωμα
    έβρεξε πολύ στο δρόμο και τα χαντάκια του έγιναν χείμαρροι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]