χαντάκωμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαντάκωμα ουδέτερο
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαντακώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαντάκωμα
|
|