χαντοκάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαντοκάς οι χαντοκάδες
      γενική του χαντοκά των χαντοκάδων
    αιτιατική τον χαντοκά τους χαντοκάδες
     κλητική χαντοκά χαντοκάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.dɔ.ˈkas/

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαντοκάς < χαντόκι < αγγλική hot dog

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαντοκάς αρσενικό

  1. (ελληνοαμερικανικά) μάγειρας ειδικευμένος στα λουκάνικα (χοτ ντογκ)
    Ζητείται χαντοκάς για πρωινή βάρδια.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]