χαράσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράσσω < αρχαία ελληνική χαράσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαράσσω (παθητικό: χαράσσομαι)

  • Η πολιτική χαράσσεται


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: χαράζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

---

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράσσω < ομόρριζο των χαρακτήρ, χάραξ, χαράδρα, αβέβαιης ετυμ.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαράσσω (& χαράττω)

  1. οξύνω κάτι, το ακονίζω
  2. σχίζω
  3. χαράζω
  4. αυλακώνω
  5. επιγράφω και γράφω
  6. οξύνομαι, χαράζομαι, σχίζομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]