χαράσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰer- (χαράσσω)

Ρήμα[επεξεργασία]

χαράσσω (παθητικό: χαράσσομαι)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


---

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰer- ‎(γρατσουνώ, ξύνω) (ομόρριζο των χαρακτήρ, χάραξ, χαράδρα)

Ρήμα[επεξεργασία]

χαράσσω

  1. οξύνω κάτι, το ακονίζω
  2. σχίζω
  3. χαράζω
  4. αυλακώνω
  5. επιγράφω και γράφω
  6. οξύνομαι, χαράζομαι, σχίζομαι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]