χαράσσω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράσσω < αρχαία ελληνική χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰer- (χαράσσω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαράσσω (παθητικό: χαράσσομαι)

  • Η πολιτική χαράσσεται

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

---

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰer- ‎(γρατσουνώ, ξύνω) (ομόρριζο των χαρακτήρ, χάραξ, χαράδρα)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαράσσω

  1. οξύνω κάτι, το ακονίζω
  2. σχίζω
  3. χαράζω
  4. αυλακώνω
  5. επιγράφω και γράφω
  6. οξύνομαι, χαράζομαι, σχίζομαι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]