χαραγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαραγμένος χαραγμένη χαραγμένο
γενική χαραγμένου χαραγμένης χαραγμένου
αιτιατική χαραγμένο χαραγμένη χαραγμένο
κλητική χαραγμένε χαραγμένη χαραγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαραγμένοι χαραγμένες χαραγμένα
γενική χαραγμένων χαραγμένων χαραγμένων
αιτιατική χαραγμένους χαραγμένες χαραγμένα
κλητική χαραγμένοι χαραγμένες χαραγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαράσσω και χαράζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.raˈɣmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χαραγμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν χαράξει, που επάνω του έχει εντυπωθεί κάτι όχι επιφανειακά αλλά σε κάποιο βάθος
    Βρήκα το καπό του αυτοκινήτου χαραγμένο
    Οι χαραγμένες ελιές
    Η φράση είναι χαραγμένη στον τάφο του πατέρα μου
  2. (μεταφορικά) που έχει εντυπωθεί έντονα, ανεξίτηλα
    Η ανάμνηση αυτή είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  1. δείτε τη λέξη: χαράζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]