χαρακτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]χαρακτικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται στην τέχνη του χαράκτη, στην τέχνη της εγχάραξης μιας σκληρής επίπεδης, κυλινδρικής ή άλλου είδους επιφάνειας, με σκοπό τη δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε αυτήν
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαρακτικός
|
|