χαρακώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρακώνω < χάρακας + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαρακώνω, παρατ.: χαράκωνα, στιγμ. μέλλ.: θα χαρακώσω, αόρ.: χαράκωσα, παθ.φωνή: χαρακώνομαι, μτχ.π.π.: χαρακωμένος

  1. γεμίζω με παράλληλες ευθείες γραμμές χρησιμοποιώντας χάρακα
  2. κάνω χαρακιές σε κάτι, χαράζω
    χαρακώνουμε τις ελιές πριν τις βάλουμε στο νερό για να ξεπικρίσουν
  3. προκαλώ μια βαθιά τομή στο δέρμα με αιχμηρό όργανο
    τη χτύπησε άσχημα και τη χαράκωσε στο χέρι από ζήλια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]