χαριστίων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χαριστίων χαριστίωνε χαριστίωνες
Γενική χαριστίωνος χαριστιώνοιν χαριστιώνων
Δοτική χαριστίωνι χαριστιώνοιν χαριστίωσι(ν)
Αιτιατική χαριστίωνα χαριστίωνε χαριστίωνας
Κλητική χαριστίων χαριστίωνε χαριστίωνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαριστίων < αρχαία ελληνική χαρίζω < χάρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαριστίων αρσενικό

  1. (ελληνιστική κοινή) είδος ζυγαριάς
  2. (ελληνιστική κοινή) είδος μοχλού