χαριστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαριστικός χαριστική χαριστικό
γενική χαριστικού χαριστικής χαριστικού
αιτιατική χαριστικό χαριστική χαριστικό
κλητική χαριστικέ χαριστική χαριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαριστικοί χαριστικές χαριστικά
γενική χαριστικών χαριστικών χαριστικών
αιτιατική χαριστικούς χαριστικές χαριστικά
κλητική χαριστικοί χαριστικές χαριστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαριστικός < ελληνιστική κοινή χαριστικός (ευεργετικός) < χαρίζομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαριστικός

  1. που σου δίνεται χωρίς να το αξίζεις, που σου χαρίζεται
    Αυτή η αθώωση ήταν χαριστική. Έπεσε στα μαλακά ενώ έκλεψε πολλά λεφτά (για ήπια ποινή)
    Εδωσαν και δίνουν πολλά χαριστικά δάνεια σε επιχειρηματίες, ενώ στους φουκαράδες κάνουν κι έφοδο στο σπίτι για να τα πάρουν πίσω
  2. που σου δίνει το τελειωτικό χτύπημα ( από τη φράση χαριστική βολή)
    Τραβούσαν ένα – ένα από το πόδι ή το χέρι και, αν ανάσαινε, του ‘διναν τη χαριστική. Ο Πανταζής που ήταν δίπλα μου με ρώτησε τι είναι αυτή. Του εξήγησα, ότι πρόκειται για χαριστική βολή. Τότε απελπίσθηκε. (Δ. Καλδίρης, "Το δράμα των Καλαβρύτων")
    Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο.(Γ.Ιωάννου, "13-12-43")

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]