χαριτωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαριτωμένος χαριτωμένη χαριτωμένο
γενική χαριτωμένου χαριτωμένης χαριτωμένου
αιτιατική χαριτωμένο χαριτωμένη χαριτωμένο
κλητική χαριτωμένε χαριτωμένη χαριτωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαριτωμένοι χαριτωμένες χαριτωμένα
γενική χαριτωμένων χαριτωμένων χαριτωμένων
αιτιατική χαριτωμένους χαριτωμένες χαριτωμένα
κλητική χαριτωμένοι χαριτωμένες χαριτωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαριτωμένος < ελληνιστική κοινή κεχαριτωμένος με απλοποίηση, μετοχής παθητικού παρακειμένου του χαριτόοω, χαριτῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.ɾi.tɔˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xa.ɾi.tɔˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xa.ɾi.tɔˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χαριτωμένος, -η, -ο

  1. που έχει χάρη
    συνώνυμα: κομψός
    αντώνυμα: άχαρος
  2. που προκαλεί ευχαρίστηση με έξυπνο ή ευρηματικό τρόπο
    συνώνυμα: πετυχημένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]