χαρμάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η χαρμάνα
      γενική της χαρμάνας
    αιτιατική τη χαρμάνα
     κλητική χαρμάνα
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρμάνα < χαρμάν(ι) +

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρμάνα θηλυκό

  1. (αργκό) στέρηση που προέρχεται από έλλειψη ναρκωτικών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]