Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαροκοπώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαροκοπώ < χαρά και -κοπώ (κατά το γλεντοκοπώ, λαμποκοπώ)

χαροκοπώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]