Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαροποιώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χαροποιῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαροποιώ < (ελληνιστική κοινή) / χαροποιῶ

χαροποιώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]