χαρούμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαρούμενος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρω + -ούμενος < αρχαία ελληνική χαίρω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xaˈɾu.me.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χα‐ρού‐με‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]χαρούμενος, -η, -ο
- νιώθοντας χαρά, που νιώθει χαρά
Είμαι χαρούμενος που σας βλέπω.
Ήρθε χαρούμενος και μ' αυτά που του είπες έφυγε λυπημένος.
- (επιθετικοποιημένη μετοχή) που εκδηλώνει χαρά, που γενικά είναι ευδιάθετος
Ήταν τόσο χαρούμενος άνθρωπος, αλλά αυτό το γεγονός τον άλλαξε ριζικά.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]|
λόγια: |
Δείτε επίσης: |
Αντώνυμα
[επεξεργασία]|
Δείτε επίσης: |
Παράγωγα
[επεξεργασία]- καταχαρούμενος
- πασίχαρος
- χαζοχαρούμενος
- χαρούμενα (επίρρημα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χαρούμενος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χαρούμενος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρω, χαιρῶ(-έω), χαρῶ(-έω) + -ούμενος
Μετοχή
[επεξεργασία]χαρούμενος (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)
- άλλη μορφή του χαιρούμενος: όπως χαρούμενος
- ※ 17ος αιώνας ⌘ Βίος του Μπερτολδίνου, υιού του πανούργου Μπερτόλδου, και αι γελοιόταται αυτού απλότητες, άμα δε και αι οξείαι και φρόνιμοι γνώμαι της Μαρκόλφας, εκ της ελληνικής τυπογραφίας του Φοίνικος, Βενετία 1847. @google.gr/books
- […] στέκα λοιπὸν χαρούμενη, καὶ μὴν ἐγνοιάζεσαι διὰ τὸ οὐδὲν.
- ※ ὁ δέ, λαβών αυτό, επήγε χαρούμενος(sic ορθογραφία)
- David Holton, Geoffrey Horrocks, Marjolijne Janssen, Tina Lendari, Io Manolessou & Notis Toufexis, The Cambridge Grammar of Medieval and Early Modern Greek., Cambridge University Press. 4 τόμοι, 2019 DOI - εισαγωγή, 5.3.1.5. (Personal Pronouns, Strong Froms) 3rd Person
- Μελικίδου Ε. (1997) Η δημώδης μετάφραση του βίου του Αγίου Φιλαρέτου του Ελεήμονος: συμβολή στη μεταφραστική κίνηση του 16ου και του 17ου αι. [διδακτορική διατριβή], Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
- ※ 17ος αιώνας ⌘ Βίος του Μπερτολδίνου, υιού του πανούργου Μπερτόλδου, και αι γελοιόταται αυτού απλότητες, άμα δε και αι οξείαι και φρόνιμοι γνώμαι της Μαρκόλφας, εκ της ελληνικής τυπογραφίας του Φοίνικος, Βενετία 1847. @google.gr/books
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- χαιρόντως
- χαιρουμένως
- χαρούμενα (επίρρημα)
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ούμενος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ούμενος (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Μετοχές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Όροι της όψιμης μεσαιωνικής ελληνικής ή πρώιμης νεοελληνικής περιόδου
- Μετοχές της όψιμης μεσαιωνικής ή πρώιμης νεοελληνικής
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)