Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρούμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαρούμενος η χαρούμενη το χαρούμενο
      γενική του χαρούμενου της χαρούμενης του χαρούμενου
    αιτιατική τον χαρούμενο τη χαρούμενη το χαρούμενο
     κλητική χαρούμενε χαρούμενη χαρούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαρούμενοι οι χαρούμενες τα χαρούμενα
      γενική των χαρούμενων των χαρούμενων των χαρούμενων
    αιτιατική τους χαρούμενους τις χαρούμενες τα χαρούμενα
     κλητική χαρούμενοι χαρούμενες χαρούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρούμενος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρω + -ούμενος < αρχαία ελληνική χαίρω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xaˈɾu.me.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαρούμενος

Μετοχή

[επεξεργασία]

χαρούμενος, -η, -ο

  1. νιώθοντας χαρά, που νιώθει χαρά
    παράδειγμα  Είμαι χαρούμενος που σας βλέπω.
    παράδειγμα  Ήρθε χαρούμενος και μ' αυτά που του είπες έφυγε λυπημένος.
  2. (επιθετικοποιημένη μετοχή) που εκδηλώνει χαρά, που γενικά είναι ευδιάθετος
    παράδειγμα  Ήταν τόσο χαρούμενος άνθρωπος, αλλά αυτό το γεγονός τον άλλαξε ριζικά.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

δημοτική:

λόγια:

Δείτε επίσης:

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης:

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρω, χαιρῶ(-έω), χαρῶ(-έω) + -ούμενος

Μετοχή

[επεξεργασία]

χαρούμενος (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)

  • άλλη μορφή του χαιρούμενος: όπως χαρούμενος
      17ος αιώνας Βίος του Μπερτολδίνου, υιού του πανούργου Μπερτόλδου, και αι γελοιόταται αυτού απλότητες, άμα δε και αι οξείαι και φρόνιμοι γνώμαι της Μαρκόλφας, εκ της ελληνικής τυπογραφίας του Φοίνικος, Βενετία 1847. @google.gr/books
    [] στέκα λοιπὸν χαρούμενη, καὶ μὴν ἐγνοιάζεσαι διὰ τὸ οὐδὲν.
      ὁ δέ, λαβών αυτό, επήγε χαρούμενος(sic ορθογραφία)
    David Holton, Geoffrey Horrocks, Marjolijne Janssen, Tina Lendari, Io Manolessou & Notis Toufexis, The Cambridge Grammar of Medieval and Early Modern Greek., Cambridge University Press. 4 τόμοι, 2019 DOI - εισαγωγή, 5.3.1.5. (Personal Pronouns, Strong Froms) 3rd Person
    Μελικίδου Ε. (1997) Η δημώδης μετάφραση του βίου του Αγίου Φιλαρέτου του Ελεήμονος: συμβολή στη μεταφραστική κίνηση του 16ου και του 17ου αι. [διδακτορική διατριβή], Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]