χαρούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαρούμενος χαρούμενη χαρούμενο
γενική χαρούμενου χαρούμενης χαρούμενου
αιτιατική χαρούμενο χαρούμενη χαρούμενο
κλητική χαρούμενε χαρούμενη χαρούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαρούμενοι χαρούμενες χαρούμενα
γενική χαρούμενων χαρούμενων χαρούμενων
αιτιατική χαρούμενους χαρούμενες χαρούμενα
κλητική χαρούμενοι χαρούμενες χαρούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρούμενος < μεσαιωνική ελληνική χαρούμενος < χαιρούμενος < χαίρομαι < αρχαία ελληνική χαίρω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χαρούμενος, -η, -ο

  1. που νιώθει χαρά
    είμαι χαρούμενος που σας βλέπω
  2. που γενικά είναι ευδιάθετος
    ήταν τόσο χαρούμενος άνθρωπος, αλλά αυτό το γεγονός τον άλλαξε ριζικά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]