Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρτί

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χάρτη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαρτί τα χαρτιά
      γενική του χαρτιού των χαρτιών
    αιτιατική το χαρτί τα χαρτιά
     κλητική χαρτί χαρτιά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρτίν < ελληνιστική κοινή χαρτίον (υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής χάρτης)
Πίνακας με τα τυπικά μεγέθη χαρτιού εκτύπωσης.
Στοίβα χαρτιών σε διάφορα χρώματα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xaɾˈti/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαρτί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαρτί ουδέτερο

  1. λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
  2. (μεταφορικά) το πολύ λευκό ύφασμα
  3. (οικείο) επίσημο έγγραφο
  4. (μεταφορικά) το χρήμα
      Τ α σ ά κ ο ς: –Συνειδητοποίησα πώς, ὅπως ὄλοι οἱ διανοούμενοι, δέν εἶμαι παρά ἕνας φανταχτερός κηφήνας τῆς κοινωνίας∙ καί σέβομαι ἀπολύτως τόν μπακάλη πού μοῦ δίνει τό ψωμοτύρι μου καί πληρώνεται μέ μουντζουρωμένο χαρτί τῆς κακιᾶς ὥρας.
    Μ. Καραγάτσης, Ο Κίτρινος Φάκελος, [μυθιστόρημα], αρχική έκδοση: 1956
  5. (χαρτοπαίγνιο) το τραπουλόχαρτο
    έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!
     συνώνυμα: φύλλο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

και

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]