χαρτί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαρτί τα χαρτιά
      γενική του χαρτιού των χαρτιών
    αιτιατική το χαρτί τα χαρτιά
     κλητική χαρτί χαρτιά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρτί < αρχαία ελληνική χάρτης

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xaɾ.ˈti./

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίνακας με τα τυπικά μεγέθη χαρτιού εκτύπωσης

χαρτί ουδέτερο

  • λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • καμένο χαρτί : η υπόθεση ή το άτομο που βρίσκεται σε δεινή θέση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει
  • παίζει χαρτιά : είναι χαρτοπαίχτης, παίζει παιχνίδια με τραπουλόχαρτα με σκοπό να κερδίσει χρήματα ή όχι
  • χαρτί και καλαμάρι : με όλες τις λεπτομέρειες
  • " Το χαρτί εφευρέθηκε στην Κίνα τον 5ο αι μ.Χ από τον Τσάι Λουν. "

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]