χαρτζιλίκωμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαρτζιλίκωμα < χαρτζιλικώ(νω) + -μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαρτζιλίκωμα ουδέτερο
- το να δίνει κάποιος χαρτζιλίκι
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη χαρτζιλίκι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χαρτζιλίκωμα
|
|