Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρτζιλικώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρτζιλικώνω < χαρτζιλίκ(ι) + -ώνω

χαρτζιλικώνω

  • δίνω σε παιδί μου χρηματικό ποσό σε τακτικά διαστήματα για μικροέξοδα, δίνω χαρτζιλίκι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]