χαρτοβιομήχανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαρτοβιομήχανος χαρτοβιομήχανοι
γενική χαρτοβιομήχανου χαρτοβιομήχανων
αιτιατική χαρτοβιομήχανο χαρτοβιομήχανους
κλητική χαρτοβιομήχανο χαρτοβιομήχανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρτοβιομήχανος < χαρτί + -ο- + ελληνιστική κοινή βιομήχανος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρτοβιομήχανος αρσενικό

  • το φυσικό πρόσωπο στο οποίο ανήκει μια χαρτοβιομηχανία, το πρόσωπο που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών σε μια εταιρεία του χώρου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]