χαρτοδέτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαρτοδέτης χαρτοδέτες
γενική χαρτοδέτη χαρτοδετών
αιτιατική χαρτοδέτη χαρτοδέτες
κλητική χαρτοδέτη χαρτοδέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρτοδέτης < χαρτί και {[αρχ}} δετός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρτοδέτης αρσενικό

  1. εκείνος που ασχολείται επαγγελματικά με τη χαρτοδεσία, που δένει βιβλία, ο βιβλιοδέτης που ασχολείται περισσότερο με το δέσιμο με χαρτί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]