Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρτοθήκη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαρτοθήκη οι χαρτοθήκες
      γενική της χαρτοθήκης των χαρτοθηκών
    αιτιατική τη χαρτοθήκη τις χαρτοθήκες
     κλητική χαρτοθήκη χαρτοθήκες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρτοθήκη < χαρτ(ί) + ο + -θήκη
χαρτοθήκη για χαρτί κουζίνας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαρτοθήκη θηλυκό

  1. θήκη για τοποθέτηση ρολού (ή ρολών) χαρτιού υγείας ή κουζίνας
  2. (γενικότερα) κάθε θήκη για χαρτιά
     δείτε τη λέξη χαρτοθέτης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]