Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρτομανής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαρτομανής η χαρτομανής το χαρτομανές
      γενική του χαρτομανούς* της χαρτομανούς του χαρτομανούς
    αιτιατική τον χαρτομανή τη χαρτομανή το χαρτομανές
     κλητική χαρτομανή(ς) χαρτομανής χαρτομανές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαρτομανείς οι χαρτομανείς τα χαρτομανή
      γενική των χαρτομανών των χαρτομανών των χαρτομανών
    αιτιατική τους χαρτομανείς τις χαρτομανείς τα χαρτομανή
     κλητική χαρτομανείς χαρτομανείς χαρτομανή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρτομανής < χάρτ(ης) + -ο- + -μανής

Επίθετο

[επεξεργασία]

χαρτομανής, -ής, -ές

  1. ο μανιώδης χαρτοπαίκτης
  2. που έχει μανία να σωρεύει έγγραφα, εφημερίδες, χαρτιά των οποίων δεν κάνει χρήση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]