χαρτοπαίχτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χαρτοπαίχτης < χαρτοπαίκτης με τροπή [kt] > [xt], χαρτο- + παίχτης [1] < (καθαρεύουσα) χαρτοπαικτῶ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαρτοπαίχτης αρσενικό (θηλυκό χαρτοπαίκτρα, χαρτοπαίχτρια)
- εκείνος που συνηθίζει να παίζει χαρτιά, που έχει το πάθος με την χαρτοπαιξία
- ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χαρτοπαίχτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας