χαρτοπόλεμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

χαρτοπόλεμος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρτοπόλεμος < χαρτί και πόλεμος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρτοπόλεμος αρσενικό

  1. παιχνίδι κυρίως στις Αποκριές, με το πέταμα μικρών χρωματιστών χαρτιών (κονφετί)
  2. το ίδιο το κονφετί, τα μικρά χρωματιστά χαρτιά
  3. (μεταφορικά) το αποτέλεσμα της γραφειοκρατίας, όπου ο πολίτης παγιδεύεται σε μια σωρεία εγγράφων που απαιτείται να συγκεντρώσει για μια απλή ενέργεια.
  4. ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ δύο δημοσίων υπηρεσιών που προσπαθούν να απαλλαγούν από μια διαδικασία μεταθέτοντάς την η μία στην άλλη ή που προσπαθούν να μεταθέσουν ευθύνη ή απλά για να χρονοτριβήσουν

Μεταφράσεις[επεξεργασία]