Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρχάλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαρχάλι τα χαρχάλια
      γενική του χαρχαλιού των χαρχαλιών
    αιτιατική το χαρχάλι τα χαρχάλια
     κλητική χαρχάλι χαρχάλια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρχάλι < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαρχάλι ουδέτερο

  1. (ιδιωματικό) λειρί πετεινού
  2. (ιδιωματικό) περιδέραιο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]