Μετάβαση στο περιεχόμενο

χασιέντα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χασιέντα οι χασιέντες
      γενική της χασιέντας
    αιτιατική τη χασιέντα τις χασιέντες
     κλητική χασιέντα χασιέντες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χασιέντα < ισπανική hacienda < fazenda < πορτογαλική fazenda (φάρμα) < λατινική facienda, θηλυκό του faciendus, γερουνδιακό τού facio

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χασιέντα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]